Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010

Φόροι εναντίον ανάπτυξης.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι «φιλολαικοί» τηλεβόες της ελληνικής δημόσιας ζωής κραυγάζουν με αγωνία για την απουσία μέτρων ανάπτυξης από το πακέτο μεταρρυθμίσεων που προωθεί η κυβέρνηση της χώρας. Κι επιμένουν βέβαια, άμεσα η έμμεσα, πως το σχετικό σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα χρηματικά κίνητρα προς τους όποιους μελλοντικούς επενδυτές και σημαντικές δημόσιες δαπάνες. Υπάρχουν μάλιστα και δημοσιογραφούντες καθηγητές που υποστηρίζουν πως είναι αδιανόητο το κράτος να μην χρηματοδοτήσει την οικονομία όταν κάτι τέτοιο έκανε η Βρετανία καθώς και ο Ομπάμα στην Αμερική.

Πέραν του ότι αυτά που κάνει ο Ομπάμα κάθε άλλο παρά σαν ευαγγέλιο οικονομικής πολιτικής μπορούν να θεωρηθούν, τα έργα και οι ημέρες του Εργατικού Πρωθυπουργού κ. Μπράουν στην Βρετανία βούλιαξαν την οικονομία της κοντεύοντας να την οδηγήσουν σε αδιέξοδα παρόμοια με αυτά που αντιμετωπίζει η Ελλάδα!! Ευτυχώς που υπάρχουν και σοβαρές μελέτες και νηφάλιες αντιλήψεις που δείχνουν εντελώς διαφορετικά πράγματα για τον ορθότερο δρόμο προς την οικονομική ανάκαμψη. Στην εφημερίδα International Herald Tribune, ο David Brooks («Prune and Grow», 11 Ιουνίου 2010) περιγράφει γλαφυρότατα τα αδιέξοδα της κεντρικής κρατικής χρηματοδότησης.

Το πακέτο «ερεθισμού» για την επανεκκίνηση της οικονομίας των ΗΠΑ του κ. Ομπάμα θα στοιχίσει στον κάθε αμερικανό φορολογούμενο κάπου 7.798 Δολ. Και μέχρι τώρα ελάχιστοι εμφανίζονται να έχουν πεισθεί πως θα φέρει αποτελέσματα. Οι καθηγητές John F. Cogan και John B. Taylor του Πανεπιστημίου του Stanford και οι Tobias Cwik και Volker Wieland του Πανεπιστημίου-Goethe της Φρανκφούρτης υποστηρίζουν πως τα μοντέλα υπολογισμού των οικονομολόγων του Λευκού Οίκου είναι αρχαικά. Και πως οι βαριές επιβαρύνσεις της αμερικανικής οικονομίας το πολύ να δημιουργήσουν μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας αντί για τα 3 εκατ. των προβλέψεων του αμερικανού προέδρου.

Ο καθηγητής Edward L. Glaeser του Harvard συνέκρινε τις αλλαγές στα επίπεδα απασχόλησης κάθε διαφορετικής αμερικανικής πολιτείας σε σχέση με τα χρήματα που διατέθηκαν εκεί από το πακέτο ενίσχυσης της οικονομίας. Με εξαίρεση τις (με ελάχιστο πληθυσμό) Πολιτείες Αλάσκα, και Βόρεια και Νότια Ντακότα, η επίδραση υπήρξε ανύπαρκτη. Είναι φανερό, καταλήγουν οι επιστήμονες, πως είναι αδύνατον να διακρίνουμε την οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα σε δημοσιονομικές πολιτικές και στην αύξηση της απασχόλησης.

Συνακόλουθα, σε παγκόσμιο επίπεδο, σοβαροί (με έμφαση στο «σοβαροί») πολιτικοί, επιχειρηματίες και ακαδημαικοί δάσκαλοι συμπεραίνουν πως σε περιόδους κρίσης οι όποιες δαπάνες που μεγαλώνουν τα ελλείμματα διογκώνουν τα αδιέξοδα αντί να τα αντιμετωπίζουν. Κυρίως διότι μεγαλώνουν την ανασφάλεια των πολιτών, που διαπιστώνουν ένα πολιτικό σύστημα με χαμένο τον κεντρικό έλεγχο. Ενώ οι μικροεπιχειρηματίες αποφεύγουν τις όποιες πρωτοβουλίες και την πρόσληψη εργαζομένων φοβούμενοι τις εξελίξεις κι αβέβαιοι για το αύριο – κυρίω ς στον τομέα της αύξησης της φορολογίας.

Σε όλο τον κόσμο το ζήτημα είναι η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας. Κάτι που για να γίνει, προυποθέτει λιγότερο κι όχι περισσότερο κράτος. Το δημόσιο δεν σπρώχνει απλά την οικονομία στην καταστροφή με τα ελλείμματα που έχει συσσωρεύσει. Εμποδίζει επίσης την ανάκαμψη, με τα διοικητικά προσκόμματα που προωθεί και τους παράλογους φόρους που επιβάλλει. Τιμωρώντας αυτούς που παράγουν πλούτο σε όφελος αυτών που παρασιτικά ζούν μέσα η από το κράτος. Και οι οποίοι, αρκετά περίεργα, φωνάζουν περισσότερο και διαμαρτύρονται εντονότερα.

Ο καθηγητής Alberto Alesina του Harvard, μελετώντας την ιστορία της μείωσης του κρατικού χρέους σε ολόκληρο τον κόσμο, διαπίστωσε πως «οι περικοπές δημοσίων δαπανών συνδέθηκαν με συνακόλουθες περιόδους ανάπτυξης κι όχι με στασιμότητα». Οι ηγέτες που τόλμησαν τις περικοπές δαπανών συχνότατα ξανακέρδισαν τις εκλογές. Κάτι που δεν έγινε (δηλ. αποφυγή ύφεσης και πολιτική επιτυχία) όταν η δημοσιονομική πολιτική στηρίχθηκε στους αυξημένους φόρους και στις παρεμβάσεις στην ιδιοκτησία και τον ιδιωτικό τομέα.

Σε άλλη μελέτη, οι Ιταλοί οικονομολόγοι Francesco Giavazzi και Marco Pagano, αναφορικά με την Ιρλανδία και την Δανία της δεκαετίας του 1980, καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα. Κι εκεί «περικοπές δημοσίων οδήγησαν σε υψηλή ανάπτυξη».

Σε αντίθεση λοιπόν με την διεθνή εμπειρία και τα ακαδημαικά πορίσματα, στην Ελλάδα το χρέος επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με φόρους κι’ ελάχιστες περικοπές δαπανών. Κάποιοι προφανώς συμβουλεύουν λαθεμένα τον Πρωθυπουργό…
Ανδρέας Ανδριανόπουλος.

Πέμπτη, Ιουνίου 17, 2010

Aποφάσεις, όχι εξαγγελίες.


Τα δύσκολα είναι ακόμη μπροστά μας. Η κρίση δεν ξεπεράστηκε. Αδυναμία μεγάλη της κυβέρνησης είναι τα πολλά λόγια. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έχουν γίνει εξαγγελίες για την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών. Και μετά καινούργιες εξαγγελίες για την πρόθεση προώθησης κάποιων από αυτές. Αποτέλεσμα όμως ακόμα κανένα. Τουλάχιστον τρείς φορές αναγγέλθηκαν οι προθέσεις της κυβέρνησης για την κατάργηση η και συγχώνευση κρατικών φορέων. Ώστε να μειωθεί το προσωπικό, να πέσει ο λογαριασμός μισθοδοσίας του δημοσίου και κάποιοι να αξιοποιηθούν αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα.

Μέχρι τώρα όμως μόνο συζητήσεις και εξαγγελίες προθέσεων ακούμε. Το θεσμικό πλαίσιο όμως είναι έτοιμο. Από το 1992 (ν. 2000) ήδη. Το μόνο που απομένει είναι η απόφαση. Οι Υπουργοί οφείλουν να καταλάβουν πως στόχος δεν πρέπει να είναι η μελλοντική προσωπική τους προοπτική και η τύχη τους στις επόμενες κάλπες. Αλλά η διάσωση της χώρας. Οι αποφάσεις λοιπόν επείγουν. Το ίδιο ισχύει και για τις περίφημες «αποκρατικοποιήσεις». Ιδιωτικοποιήσεις θα έπρεπε να λέγονται. Αλλά και ηχητικά ακόμη κάποιοι τρέμουν στο άκουσμα «ιδιωτικό». Και στον τομέα αυτό εν τούτοις ακούμε για την ώρα μόνο εξαγγελίες προθέσεων. Καμία απόφαση. Γιατί;

Για κάποιους ίσως δεν είναι ακόμη πεντακάθαρο το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Και ψάχνουν δικαιολογίες σε αστειότητες του είδους «κρίση του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού». Για να βρίσκουν δικαιολογίες στις καθυστερήσεις τους και στην αναβλητικότητά τους. Καλό είναι όλοι να συνειδητοποιήσουν πως αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι μια βαθιά κρίση του ελληνικού κρατισμού. Στην Ελλάδα χρεοκόπησε το κράτος. Κι όχι η ιδιωτική οικονομία. Ο φορέας που υποτίθεται πως φροντίζει τους αδύνατους κατέρρευσε. Και σύρει στον όλεθρο τους πάντες. Ισχυρούς και ανίσχυρους. Στο διεθνές σύστημα το πρόβλημα ξεκίνησε από τις Τράπεζες. Και κινδυνεύει να συμπαρασύρει τα κράτη. Στην Ελλάδα έγινε ακριβώς το αντίθετο. Η κρίση ξεκίνησε από το κράτος. Και κινδυνεύει να παρασύρει και τις Τράπεζες. Κι από κοντά, επειδή μέσω της Ελλάδας αποκαλύφθηκε το πρόβλημα σε όλο το απεχθές του πλάτος, είναι πιθανό να ακολουθήσει στα αδιέξοδα ολόκληρη η Ευρώπη.

Είναι απαραίτητες λοιπόν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Κι όχι τόσο πολύ στον τομέα του μαζέματος φόρων. Που δίχως σωστές κι’ αντίστοιχες υπηρεσίες πάντα θα υπάρχει. Αλλά κυρίως στον τομέα της δραστικής περικοπής δαπανών. Και της απελευθέρωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Απελευθέρωση δηλ., δίχως κολπάκια, επαγγελμάτων. Για να ανοίξει η αγορά. Κατάργηση κρατικών φορέων. Για να μειωθούν οι δαπάνες. Σταθερό φορολογικό πλαίσιο. Για να τολμήσουν επι τέλους κάποιοι να επενδύσουν. Κατάργηση γραφειοκρατίας και λογής αδειών κι ελέγχων στις αγορές. Ώστε η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα να μην είναι φρικιαστική περιπέτεια.
Aνδρέας Ανδριανόπουλος

Τρίτη, Ιουνίου 15, 2010

H φορολογία σαν ποινή (από τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο).



Σε όλες τις χώρες του κόσμου φόρος είναι η ανταποδοτική υποχρέωση του πολίτη για όσα του προσφέρει το κράτος. Μόνο στην Ελλάδα ο φόρος ταυτίζεται με χαράτσι που υποχρεώνεται να καταβάλει ο πολίτης απλά και μόνο επειδή έτυχε να είναι πολίτης αυτής της χώρας. Πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες πληρώνουν το 40% περίπου των εισοδημάτων τους στο κράτος (και με τον ΦΠΑ που συχνά πληρώνουν οι ίδιοι) ενώ για τυχόν ακίνητα που έχουν αποκτήσει, με φορολογημένα βέβαια χρήματα, καταβάλλουν φόρο ακίνητης περιουσίας, έκτακτες εισφορές - κατά τις διαθέσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων - και υφίστανται κι άλλες μικρότερες επιβαρύνσεις. Αν απασχολούν προσωπικό υποχρεώνονται να καταβάλουν οι ίδιοι τον φόρο των εργαζομένων καθώς και τις εισφορές και των δύο μερών. Διατηρώντας βέβαια με δικά τους έξοδα και τα ανάλογα τμήματα λογιστηρίων. Οι ίδιοι πάλι στέλνουν συνήθως τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, περιθάλπτονται σε ιδιωτικές κλινικές και για την ασφάλειά τους αναγκάζονται, όσοι μπορούν βέβαια, να καταφεύγουν σε ιδιωτικές εταιρίες Security. Οταν έρθει δε, για ελάχιστους από αυτούς, η ώρα της σύνταξης το Ταμείο τους δηλώνει αδύναμο να τις πληρώσει. Γιατί λοιπόν πρέπει να πληρώνουν φόρους; Εκτός κι αν ο φόρος είναι ποινή επειδή έτυχε να γεννηθούν στην Ελλάδα....

Τρίτη, Ιουνίου 01, 2010

Hμερίδα στις 5 Ιουνίου 2010 στην Αθήνα.


Το Ευρωπαϊκό Φιλελεύθερο Φόρουμ και το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών της Ελλάδας διοργανώνουν ημερίδα με τίτλο «Αναβαθμίζοντας την Κοινωνία των Πολιτών, των θεσμών της και των κινημάτων της» που θα διεξαχθεί στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2010 στο Ξενοδοχείο Αμαλία (Αμαλίας 10, Πλατεία Συντάγματος, Αθήνα). Η ημερίδα χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Την ημερίδα υποστηρίζουν και τα Βελγικά think tanks «Prometheus Liberaal Kenniscentrum» και «Κέντρο Jean Gol».

Το Ευρωπαϊκό Φιλελεύθερο Φόρουμ αποτελεί πανευρωπαϊκό μη κερδοσκοπικό οργανισμό με έδρα τις Βρυξέλλες ο οποίος περιλαμβάνει ως μέλη του όλα τα φιλελεύθερα think tanks της Ευρώπης. Το Κέντρο Φιλελεύθερο Μελετών της Ελλάδας αποτελεί μέλος του Ευρωπαϊκού Φιλελεύθερου Φόρουμ και είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός χωρίς κομματικό χαρακτήρα.

Η ημερίδα της 5ης Ιουνίου θα έχει ως βασικούς ομιλητές δύο σημαντικές προσωπικότητες, τον κ. Robert Nef από το Φιλελεύθερο Ινστιτούτο Ελβετίας και τον κ. Michael Theurer, Γερμανό Ευρωβουλευτή των Φιλελευθέρων (FDP), ο οποίος ήταν Δήμαρχος της Γερμανικής πόλης Horb της Baden-Wuerttemberg.

Οι δύο αυτοί ομιλητές θα δώσουν στο ελληνικό ακροατήριο Ευρωπαϊκά παραδείγματα αποκεντρωμένης διοίκησης όπως επίσης και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών της τοπικής και περιφερειακής διοίκησης που είχαν θετικές επιπτώσεις στην τοπική οικονομία. Δεδομένης της σημερινής οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας, ζητήματα όπως η αυξανόμενη φτώχεια και η ανεργία δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται σαν ζητήματα αποκλειστικής αρμοδιότητας της κεντρικής διοίκησης. Θα ήταν λοιπόν ενδιαφέρον να διερευνηθούν, στη διάρκεια αυτής της ημερίδας, δυνατότητες λήψης πρωτοβουλιών από την τοπική και περιφερειακή διοίκηση και τις κινήσεις πολιτών σχετικών με ζητήματα όπως η προσέλκυση επενδύσεων, η ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας…

Στο απογευματινό μέρος της ημερίδας θα κληθούν να τοποθετηθούν οι παριστάμενοι αιρετοί άρχοντες, και εκπρόσωποι ομάδων και κινήσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, επί αυτών των ζητημάτων, περί των νέων δυνατοτήτων ή περιορισμών που εισάγει ο "Καλλικράτης", αλλά και τοπικών συνεργασιών και παρεμβάσεων στις ερχόμενες δημοτικές και περιφερειακές εκλογές.

Θα υπάρχει ταυτόχρονη διερμηνεία Ελληνικά-Αγγλικά.

Η ημερίδα είναι ανοικτή για όποιον επιθυμεί να παραστεί. Για αποστολή προσκλήσεως και επιβεβαίωση συμμετοχής παρακαλείστε να επικοινωνήσετε με τον κ. Μπιλλίνη (τηλ. 6973699676, e-mail: billinisg@gmail.com

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ



10.00
Εναρκτήρια ομιλία.


Thierry Coosemans, Ευρωπαϊκό Φιλελεύθερο Φόρουμ

10.15
Εισαγωγή.


Γιώργος Μπιλλίνης, Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών Ελλάδας

10.30
Αποκέντρωση στην Ευρώπη.


Robert Nef, Φιλελεύθερο Ινστιτούτο Ελβετίας

11.30
Διάλειμμα

12.00
Ερωτήσεις-απαντήσεις.

13.00
Γεύμα

14.00
Δείγματα περιφερειακής/τοπικής διακυβέρνησης και οι επιπτώσεις της στην τοπική οικονομική ανάπτυξη.

Michael Theurer, Ευρωβουλευτής της ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «Συμμαχία Φιλελεύθερων και Δημοκρατών για την Ευρώπη-ALDE», πρώην Δήμαρχος της Γερμανικής πόλης Horb της Baden-Wuerttemberg.

14.30
Ερωτήσεις-απαντήσεις.

15.00
Διάλειμμα.

15.30
Αποκέντρωση στην Ελλάδα, ο νέος νόμος «Καλλικράτης» και οι προκλήσεις για την Κοινωνία των Πολιτών σε τοπικό επίπεδο.

Ομιλίες των παρισταμένων Νομαρχών, Δημάρχων και εκπροσώπων ομάδων και κινήσεων της Κοινωνίας των Πολιτών.

16.30
Ελεύθερη συζήτηση περί ενίσχυσης των συνεργασιών και την υλοποίηση αποτελεσματικών δράσεων σε τοπικό/περιφερειακό επίπεδο.

17.30
Τέλος της ημερίδας.

Tα χάρτινα άλλοθι της Αριστεράς (από τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο)




Στον ταλαιπωρημένο αυτό τόπο, που τα πάντα διαστρεβλώνονται κι έρχονται ανάποδα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω, παντοτινός στόχος είναι να συνταιριάξει η πραγματικότητα με τις κυρίαρχες πολιτικές αντιλήψεις. Κι επειδή οι απόψεις της Αριστεράς για δεκαετίες ολόκληρες αγέρωχα ποδηγετούν το πολιτικό κλίμα της χώρας η περίπου συλλογική εθνική προσπάθεια αποσκοπεί να δείξει πως τα πάντα ταιριάζουν με τον τρόπο που η Αριστερά βλέπει τον κόσμο. Κάτι που αλοιθωρίζοντας, για να γίνεται αρεστή, έχει τελευταία υιοθετήσει και η λεγόμενη λαική δεξιά.

Ουδείς πλέον στην χώρα ενοχλείται από την συστηματική παραβίαση των νόμων. Η έννοια της δημοκρατικότητας έχει ξεχειλώσει για να περιλαμβάνει οτιδήποτε έχει σχέση με πολιτικό ακτιβισμό. Με την προυπόθεση βέβαια πως ο ακτιβισμός αυτός ενσωματώνεται πολιτικά σε συνθηματολογίες και ευαισθησίες της Αριστεράς. Ακόμα και δέκα μόνο άνθρωποι είναι σε θέση να κλείσουν και κεντρικούς ακόμη δρόμους, κάτω μάλιστα από την προστασία της Αστυνομίας. Που συχνά φροντίζει να προστατεύει τους παρανομούντες παρεμποδίζοντας τους υπόλοιπους πολίτες στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Αγνοούνται επίσημα δικαστικές αποφάσεις, όπως τελευταία με τις καταλήψεις στο λιμάνι του Πειραιά, σηκώνονται πανώ μέσα στην αίθουσα της Βουλής ενώ ηλικιωμένοι παράγοντες, όπως ο Μαν. Γλέζος, εκτιμάται πως έχουν το δικαίωμα ανεμπόδιστα να απωθούν αστυνομικούς και να μετέχουν σε απαγορευμένες από τις αρχές κινητοποιήσεις.

Για δεκαετίες ολόκληρες η Αριστερά έχει αξιοποιήσει το φωτοστέφανο ενός νεφελώδους προοδευτισμού εκμεταλλευόμενη την ιδιαίτερη θέση που της έχει παραχωρήσει η ελληνική κοινωνία. Δίχως ποτέ να έχει συγκεντρώσει σοβαρά ποσοστά της λαικής ψήφου σε εθνικές εκλογές, με την εξαίρεση βέβαια του Α. Παπανδρέου του οποίου όμως ο αριστερισμός υπήρξε ξεχωριστά ιδιαίτερος, ασκούσε πολύ μεγαλύτερη επιρροή από το μετρήσιμο πολιτικό της εκτόπισμα. Οι ανόητες μετεμφυλιακές διώξεις που υπέστη καθώς και γεγονότα (όπως λ.χ. το στρατιωτικό πραξικόπημα η η ανατροπή της Ε. Κέντρου από τα ανάκτορα) που χάραξαν την πορεία της χώρας για κάποιες δεκαετίες της έδωσαν το δικαίωμα να διεκδικεί για τον εαυτό της τον τίτλο του μάρτυρα η και του δικαιωμένου ανθρωπιστή.

Οι όποιες όμως διώξεις εναντίον στελεχών της καθώς και οι όποιοι αγώνες τους για περισσότερα δικαιώματα έχουν από χρόνια πλέον κεφαλαιοποιηθεί και ρευστοποιηθεί. Σε μεγάλο βαθμό η Αριστερά σήμερα αποτελεί δύναμη οπισθοδρόμησης και περιχαράκωσης της χώρας σε αντιλήψεις ξεπερασμένες κι εν πολλοίς καταστρεπτικές. Η διόγκωση του δημόσιου τομέα, που οδήγησε εν τέλει στην σημερινή τραγική οικονομική κρίση, είναι προιόν και δικών της πιέσεων και δοξασιών. Δεν υπάρχει λαική κινητοποίηση που να βρίσκει στήριγμα στους κύκλους της Αριστεράς που να μην καταλήγει σε αιτήματα μεγαλύτερων δημοσίων δαπανών η ενεργότερης ανάμιξης του κράτους στην οικονομία. Ακόμα και πριν από τις τελευταίες εκλογές, όταν το έλλειμμα ήταν πλέον γνωστό πως πιθανότατα προσέγγιζε το 10%, ο Πρόεδρος του ΣΥΝ πρότεινε σοβαρά την αντιμετώπιση της ανεργίας με τον διορισμό όλων των ανέργων (κάπου 500.000) στο δημόσιο!!

Αλλά και στον τομέα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η προσέγγιση της Αριστεράς είναι συχνά αυταρχικότερη από την αντίστοιχη βασικών της αντιπάλων. Οι μηχανορραφίες που οδήγησαν στον αποκλεισμό του ευπρεπούς Φ. Κουβέλη από το συνέδριο του ΣΥΝ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αλλά και οι αυστηρές διώξεις εργαζομένων σε επιχειρήσεις του ΚΚΕ, όπως ο Ριζοσπάστης, επιβεβαιώνουν την σχετική παρατήρηση. Πολύ πρόσφατα ρωτήθηκε ο Γούντυ Αλλεν, γνωστός «προοδευτικός» καλλιτέχνης στις ΗΠΑ, για την κατάσταση στην χώρα του και δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να δηλώσει πως «θα ήταν καλό ο Μπάρακ Ομπάμα να γινόταν δικτάτορας για λίγα χρόνια ώστε να κάνει κάποια πράγματα γρήγορα». Σε αντίστοιχη ερώτηση παλαιότερα (αν δηλ. θα ήθελε να γινόταν δικτάτορας για μια ημέρα) ο επονομαζόμενος και γκουρού της ελεύθερης οικονομίας Μίλτον Φρήντμαν είχε τονίσει: “Δεν μου αρέσουν οι δικτάτορες… Αν δεν μπορούμε να πείσουμε τον κόσμο πως οφείλουμε να κάνουμε κάποια πράγματα, δεν έχουμε το δικαίωμα να τα επιβάλουμε. Ακόμα κι’ αν είχαμε την δύναμη να το κάνουμε».